Hero background Section background

2 Νοεμβρίου, 2026

Χημικές ουσίες στην καθημερινότητα: Πώς συνδέεται η έκθεση στην εγκυμοσύνη με τη νοητική ανάπτυξη των παιδιών

Νέα μελέτη συνδέει την έκθεση σε συγκεκριμένο μείγμα χημικών ουσιών κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης με χαμηλότερες βαθμολογίες στις δοκιμασίες νοημοσύνης παιδιών ηλικίας τριών ετών. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τη σημασία της πρόληψης και της μείωσης της έκθεσης. Οι φθαλικές ενώσεις και οι φαινόλες είναι χημικές ουσίες που βρίσκονται σε πολλά προϊόντα καθημερινής χρήσης και ανιχνεύονται ευρέως στον ανθρώπινο οργανισμό. Ορισμένες είναι γνωστοί ή πιθανολογούμενοι ενδοκρινικοί διαταράκτες: μπορούν, δηλαδή, να επηρεάσουν το ορμονικό σύστημα, με πιθανές επιπτώσεις στην υγεία κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη και την πρώιμη παιδική ηλικία.

Ερευνητική ομάδα από το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας (Inserm) και το Πανεπιστήμιο Grenoble Alpes, σε συνεργασία με το γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Grenoble Alpes και το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, εξέτασε τη σχέση της έκθεσης σε αυτές τις ουσίες κατά την εγκυμοσύνη και τη βρεφική ηλικία με τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών. Στη μελέτη συμμετείχαν 380 μητέρες και τα παιδιά τους. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Health Perspectives.

Χημικές ουσίες στην καθημερινότητά μας

Η διερεύνηση των επιπτώσεων των χημικών ρύπων αποτελεί σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας. Μέσω των τροφίμων, των προϊόντων που χρησιμοποιούμε και του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε, εκτιθέμεθα καθημερινά σε πολλές διαφορετικές ουσίες. Οι φθαλικές ενώσεις και οι φαινόλες αποτελούν δύο μεγάλες οικογένειες χημικών ουσιών με ποικίλες χρήσεις. Χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, ως πρόσθετα σε πλαστικά, ενώ ορισμένες χρησιμοποιούνται ως συντηρητικά ή συστατικά στη σύνθεση προϊόντων, όπως τα καλλυντικά. Η ευρεία παρουσία τους καθιστά σημαντική την κατανόηση των πιθανών επιπτώσεών τους, ιδιαίτερα σε ευαίσθητες περιόδους της ζωής.

Πώς πραγματοποιήθηκε η μελέτη

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν επαναλαμβανόμενα δείγματα ούρων, τα οποία συλλέχθηκαν κατά την εγκυμοσύνη και τη βρεφική ηλικία, για να εκτιμήσουν την έκθεση σε φθαλικές ενώσεις, φαινόλες και συναφείς ουσίες. Η επαναλαμβανόμενη δειγματοληψία αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα της μελέτης. Επειδή οι συγκεκριμένες ουσίες απομακρύνονται σχετικά γρήγορα από τον οργανισμό και οι συγκεντρώσεις τους μεταβάλλονται ακόμη και μέσα στην ίδια ημέρα, ένα μόνο δείγμα μπορεί να μην αποτυπώνει επαρκώς την έκθεση.

Ο δείκτης νοημοσύνης των παιδιών αξιολογήθηκε στην ηλικία των τριών ετών από νευροψυχολόγο, με τη χρήση τυποποιημένης δοκιμασίας. Στην ανάλυση συνεκτιμήθηκαν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη γνωστική ανάπτυξη, όπως το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και η διάρκεια του θηλασμού. Παράλληλα, οι επιστήμονες αξιοποίησαν στοιχεία από προηγούμενες μελέτες σε ανθρώπους και ζώα, ώστε να δώσουν προτεραιότητα στις ουσίες για τις οποίες υπήρχαν ισχυρότερες ενδείξεις πιθανής επίδρασης στη γνωστική ανάπτυξη.

Τι έδειξαν τα αποτελέσματα

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρέθηκε ένα μείγμα που περιλάμβανε τις δισφαινόλες Α και S και δείκτες έκθεσης σε τέσσερις φθαλικές ενώσεις: DEHP, DEP, DnBP και DiBP. Η υψηλότερη έκθεση στο συγκεκριμένο μείγμα κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης συσχετίστηκε με χαμηλότερες βαθμολογίες στον συνολικό δείκτη νοημοσύνης των παιδιών στην ηλικία των τριών ετών. Αντίστοιχες συσχετίσεις παρατηρήθηκαν και σε επιμέρους γνωστικές ικανότητες, όπως οι οπτικοχωρικές και οι λεκτικές.

Στις αναλύσεις μεμονωμένων ουσιών, η έκθεση στη δισφαινόλη Α και οι δείκτες έκθεσης σε τρεις φθαλικές ενώσεις κατά το τρίτο τρίμηνο συνδέθηκαν επίσης με χαμηλότερες βαθμολογίες σε δοκιμασίες νοημοσύνης. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ακόμη και μικρές μέσες διαφορές στις βαθμολογίες μπορεί να έχουν σημασία σε επίπεδο πληθυσμού, καθώς ενδέχεται να αυξάνουν τον αριθμό των παιδιών που χρειάζονται υποστήριξη. Γι’ αυτό, τα ευρήματα αφορούν συνολικά τη δημόσια υγεία, την εκπαίδευση και την κοινωνική πολιτική.

Πώς ερμηνεύονται τα ευρήματα;

Η μελέτη εντοπίζει συσχετίσεις, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της ότι η έκθεση στις συγκεκριμένες ουσίες προκαλεί χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης. Παρότι οι ερευνητές συνεκτίμησαν σημαντικούς παράγοντες, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως η επίδραση άλλων παραμέτρων. Τα αποτελέσματα αφορούν μέσες διαφορές στην ομάδα των παιδιών που μελετήθηκαν και δεν προβλέπουν την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου παιδιού. Επιπλέον, οι βαθμολογίες νοημοσύνης σε μικρή ηλικία παρουσιάζουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα με την πάροδο του χρόνου. Η επανεκτίμηση των παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία θα βοηθήσει να διερευνηθεί εάν οι συσχετίσεις διατηρούνται.

Η σημασία της πρόληψης

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των ουσιών που εξετάστηκαν είναι ότι δεν παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον οργανισμό. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό δημιουργεί περιθώρια πρόληψης: η μείωση των πηγών έκθεσης μπορεί να οδηγήσει σε σχετικά γρήγορη μείωση των επιπέδων τους στον οργανισμό. Ενδεικτικά, αναφέρουν τον περιορισμό της χρήσης καλλυντικών και της κατανάλωσης τροφίμων σε πλαστικές συσκευασίες, ιδιαίτερα όταν τα τρόφιμα θερμαίνονται μέσα σε αυτές.

Ωστόσο, τονίζουν ότι η αποτελεσματικότερη προστασία ολόκληρου του πληθυσμού απαιτεί κανονιστικά μέτρα και περιορισμούς στις ουσίες που έχουν αποδειχθεί επιβλαβείς. Τα ευρήματα ενισχύουν επίσης την ανάγκη να εξετάζεται η συνδυασμένη έκθεση σε μείγματα χημικών ουσιών, όπως συμβαίνει στην καθημερινή ζωή. Η μείωση της έκθεσης κατά την εγκυμοσύνη και την πρώιμη παιδική ηλικία αποτελεί ουσιαστικό πεδίο δράσης για την προστασία της υγείας των παιδιών και τη διαμόρφωση ενός μέλλοντος χωρίς τοξικές ουσίες.

Πηγές: Ενημερωτικό άρθρο του Inserm (Αγγλική μετάφραση εδώ) και πρωτότυπη επιστημονική δημοσίευση:

Vicente Mustieles, Matthieu Rolland, Ainhoa Pérez-Cantero, Sam Bayat, Séverine Valmary-Degano, Cathrine Thomsen, Amrit K. Sakhi, Rémy Slama, Karine Guichardet, Claire Philippat; Mixture of Plasticizer Chemicals and Child Intelligence: A Weight-of-Evidence and Meta-Analysis-Informed Bayesian Approach in a Cohort with Improved Exposure Assessment. Environ. Health Perspect. 2026; https://doi.org/10.1021/EHP.6c00297

Section background